«ΟΛΟΙ ΟΣΟΙ ΚΙΝΗΣΑΝ ΚΑΙ ΒΡΕΘΗΚΑΝ ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ,
ΑΠΟ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΑ ΜΕΡΗ, ΦΥΤΕΨΑΝ ΜΙΑ ΜΟΝΑΧΑ ΡΙΖΑ
ΓΙΑ ΝΑ ΤΟΥΣ ΘΥΜΙΖΕΙ ΤΟΝ ΞΕΡΙΖΩΜΟ…
ΤΗΝ ΒΑΦΤΙΣΑΝ ΑΕΚ
ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΟΤΙΣΑΝ,ΜΕ ΤΑ ΔΑΚΡΥΑ ΤΟΥΣ…»

Η ιστορία του ξεριζωμού
των προγόνων μου,
της γιαγιάς και του παππού μου ,
γεννήθηκε στα πέρα μέρη
του Αλύτρωτου Πόντου,
ξεπηδώντας μέσα από τη φωτιά, της μεγάλης καταστροφής .
Τρία αδέλφια γλύτωσαν, σαν από θάμα .
Έτσι το θέλε ο Θεός, η μοίρα, το κισμέτ …
Τα είχαν χάσει όλα …
Μάνα, Πατέρα, τα υπόλοιπα Αδέλφια , το σπιτικό τους.
Η γιαγιά τότε, μικρό κοριτσάκι .
Τα δύο αγόρια, λίγο μεγαλύτερα .
Αποκαμωμένοι από τις κακουχίες, χωρίς δυνάμεις ,
με το φόβο να μυρίζει περισσότερο
από την ταλαιπωρημένη σάρκα, κρύφτηκαν στο αμπάρι
του σιδερένιου πλοίου.
Το μόνο που είχε απομείνει στα τρία παιδιά ,
η αγκαλιά του ενός για το άλλο .
Ο χρόνος περνά αργά, βασανιστικά ,
χωρίς ελπίδα και κουράγιο, χωρίς τροφή και νερό .
Μόνο τα μάτια τους, είναι υγρά .

Το καραβάνι των ψυχών ,
κίνησε το μακρύ ταξίδι, για τη Μητέρα Ελλάδα.
Η θεομπαίχτρα μοίρα όμως, είχε άλλα σχέδια …
Μέσα στο μεγάλο χαμό,τα παιδιά χωρίζονται.
Η μικρή αποβιβάζεται στο πρώτο λιμάνι που πιάνει το πλοίο.
Αμέτρητα θαλασσοπούλια, κόβουν δυσοίωνους κύκλους αγωνίας.
Το μικρό κορίτσι , περιμένει καρτερικά ,
να ανταμώσει τις φιγούρες, των δύο αγοριών .
Δυστυχώς, μάταια …
Η συνάντηση αυτή, πραγματοποιήθηκε στην Ελλάδα ,
τριάντα πέντε χρόνια αργότερα ,
με τη βοήθεια των αναζητήσεων, του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού .
Αντάμα γύρω της,φιγούρες σκυθρωπές ,
ματιές σκοτεινές, ασήκωτες …
Το τσακισμένο παιδικό κορμί της, βαραίνει περισσότερο,
καθώς χάνεται στο πλήθος του πολύβοου παζαριού,
μέσα στην περιλάλητη αγορά, που αναβλύζει μυρουδιές,
από μπαχάρι και αιθέριο λιβάνι.
Ένα πανηγύρι αισθήσεων, ένα πανδαιμόνιο ήχων, εικόνων και γεύσεων.
Είναι η αγορά, της πιο πολύχρωμης πόλης του κόσμου.
Την αγκαλιάζει ο Βόσπορος και η θάλασσα του Μαρμαρά.
Ένα παιδί μονάχο, μια ψυχή τρομαγμένη…
Στην καρδιά της Κωνσταντινούπολης.

Όλο της το βιός,ότι βαστά πάνω της.
Μια ταλαιπωρημένη φορεσιά, ο βαφτιστικός σταυρός και η μαύρη ψυχή της,
σημαδεμένη για πάντα, από τον πόνο που βίωσε .
Στα αυτιά της φτάνουν γλώσσες παράξενες, περίεργες ,
θεριεύοντας το φόβο της.
Ο εγκλεισμός της στο ορφανοτροφείο της Πόλης ,
ήταν μια αναγκαία, όσο και σκληρή πραγματικότητα .
Οι δυσκολίες αμέτρητες, όπως και το πείσμα της.
Το πείσμα, που την κράταγε ζωντανή, σε ένα κόσμο ξένο .
Τα δάκρυα στέγνωσαν …
Το μικρό κορίτσι, που έζησε μέσα στο ορφανοτροφείο , επιτέλους μεγάλωσε .
Το πεπρωμένο, έφερε στο διάβα της, τον παππού μου …

Στεγάζοντας οικογένεια και όνειρα ,
στην Ελληνική συνοικία του Πέρα ,
τα έφερναν βόλτα, με επιμονή και αξιοπρέπεια .
Κάθε πρωί, ο παππούς ακολουθούσε την ίδια διαδρομή ,
πηγαίνοντας στη δουλειά του ,
στο περίφημο ζαχαροπλαστείο Baylan.
Ανηφορίζοντας από το Καράκιο’ι’
στο Τσιχαγκίρ, άφηνε στο δεξί του χέρι ,
τον ξακουστό Πύργο του Γαλατά .
Τα πλακόστρωτα σοκάκια ,
αναβλύζουν ευωδιά, από αγιόκλημα και γιασεμί .
Λίγο παραπέρα, το κάτασπρο, μαρμάρινο σχολείο των Ελλήνων .
Το Ζωγράφειο σχολείο, που πήγαινε ο πατέρας μου .
Λάτρης των αθλημάτων από μικρός ,
μέλος του αθλητικού συλλόγου Πέρα, η αλλιώς Pera club
και μετέπειτα BEYOGLUSPOR ,
που αποτέλεσε τον μεγαλύτερο σύλλογο,
των Ελλήνων της Πόλης και πρόγονο της ΑΕΚ …

Οι Έλληνες της Κωνσταντινούπολης, ζώντας αρμονικά με τους Τούρκους γείτονες,
μεταλαμπάδευαν γνώσεις και τέχνες ,
στον πολιτιστικό αχταρμά, μιας πολυχρωματικής Πόλης .
Δυστυχώς, τα σχέδια αφανισμού της Ελληνικής κοινότητας ,
έκαναν ξανά την εμφάνιση τους .
Οι μνήμες ξύπνησαν, ο εφιάλτης ζωντάνεψε …
Η νύχτα τρόμου, της 6 ης – 7 ης Σεπτεμβρίου 1955,
άφησε ανεξίτηλο σημάδι, από το τσεκούρι των Τούρκων ,
στη σιδερένια πόρτα του σπιτιού ,
και στις ψυχές όλων …
Αργά ή γρήγορα, ο ξεριζωμός ήταν μοιραίος.
Θυμάμαι τον πατέρα μου, να εξιστορεί με παράπονο …
«ΟΤΑΝ ΦΥΓΑΜΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΛΗ,
ΟΙ ΤΟΥΡΚΟΙ, ΜΑΣ ΕΔΙΩΞΑΝ ΣΑΝ ΕΛΛΗΝΕΣ.
ΟΤΑΝ ΦΤΑΣΑΜΕ ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ,
ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ, ΜΑΣ ΥΠΟΔΕΧΤΗΚΑΝ ΣΑΝ ΤΟΥΡΚΟΥΣ.»

«Και γίνανε δέντρα μεγάλα…Ξανάβγαλαν κλαριά και φύλλα της ελπίδας, πράσινα!Κι απάνω στα κλαριά τους-σαν πουλιά-κελαηδούν τα παιδιά της δεύτερηςκαι τρίτης και τέταρτης γενιάς της προσφυγιάς…Γενιές που πρόκοψαν γιατί γνώριζαν τί θα πεί τιμή,τί θα πεί αρχοντιά,τί θα πεί πίστη και αγώνας!»




